υποστηρίζομαι

ρήμα

1. Λαμβάνω βοήθεια, προστασία, ενίσχυση ή συμπαράσταση (υλική, ηθική ή πολιτική) από κάποιον.

2. Συγκρατούμαι ή βασίζομαι σε φυσικό στήριγμα για να διατηρηθώ σε όρθια ή σταθερή θέση.

3. Προβάλλομαι ή διατυπώνομαι ως άποψη, επιχείρημα ή θεωρία.

Συνώνυμα

στηρίζομαι ενισχύομαι βοηθιέμαι βοηθούμαι συνδράμομαι επικουρούμαι υπερασπίζομαι συγκρατούμαι προστατεύομαι προωθούμαι θεμελιώνομαι τεκμηριώνομαι εδράζομαι ευνοούμαι επιδοτούμαι στυλώνομαι προβάλλομαι βαστάζομαι

Αντώνυμα

υπονομεύομαι πολεμιέμαι εγκαταλείπομαι αμφισβητούμαι αντικρούομαι καταπολεμούμαι απορρίπτομαι καταρρίπτομαι αποδοκιμάζομαι διώκομαι παραμελούμαι σαμποτάρομαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υποψήφιος δήμαρχος υποστηρίζεται ανοιχτά από δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα.
  • Συχνά υποστηρίζεται ότι η παιδεία αποτελεί το θεμέλιο μιας υγιούς δημοκρατίας.
  • Η παλιά ξύλινη οροφή υποστηρίζεται πλέον από ειδικά μεταλλικά υποστυλώματα.
  • Η συγκεκριμένη μορφή αρχείου δεν υποστηρίζεται από την παλιά έκδοση της εφαρμογής.