υποφερτός
επίθετο1. Που μπορεί να αντέξει κάποιος σωματικά ή ψυχικά, που προκαλεί πόνο ή δυσφορία σε βαθμό που να αντέχεται.
2. Που βρίσκεται σε μέτριο ή αποδεκτό επίπεδο ποιότητας, χωρίς να είναι ιδιαίτερα καλός αλλά ούτε και κακός.
Συνώνυμα
ανεκτός ανεχτός βαστάσιμος βασταχτός διαχειρίσιμος παλευτός παλεύσιμος μέτριος αποδεκτός ικανοποιητικός επαρκής συμπαθητικός ανθρώπινος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τη λήψη του παυσίπονου, ο πόνος στο δόντι έγινε αρκετά πιο υποφερτός.
- Παρά τον καύσωνα, η θερμοκρασία στο νησί παρέμενε υποφερτή χάρη στο δροσερό αεράκι.
- Το φαγητό στο φοιτητικό εστιατόριο δεν ήταν εξαιρετικό, αλλά τουλάχιστον ήταν υποφερτό.
- Η καθημερινή πίεση στη δουλειά ήταν δύσκολη, αλλά με τη σωστή οργάνωση έγινε κάπως υποφερτή.