φουσκωμένος
επίθετο1. Που έχει γεμίσει με αέρα, αέριο ή άλλο περιεχόμενο και έχει αυξηθεί σε όγκο.
2. Που παρουσιάζει παθολογικό πρήξιμο ή οίδημα από τραύμα, φλεγμονή ή πάθηση.
3. (Για λογαριασμούς, τιμές ή ποσά) Υπερβολικά αυξημένος, δυσανάλογα υψηλός.
Συνώνυμα
διογκωμένος πρησμένος γεμάτος ογκώδης οιδηματώδης τσιτωμένος αυξημένος υπερτιμημένος τσιμπημένος υπερχειλισμένος πλημμυρισμένος κυματώδης ταραγμένος αγριεμένος μυώδης αλαζονικός φαντασμένος επηρμένος τυμπανιαίος αλμυρός υπερτροφικός αγέρωχος καβαλημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μάγουλό του ήταν ακόμη φουσκωμένο από το τσίμπημα της σφήκας.
- Έπαθε σοκ όταν είδε τον φουσκωμένο λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος.
- Το φουσκωμένο ποτάμι παρέσυρε την παλιά ξύλινη γέφυρα μετά τη νεροποντή.
- Μπήκε στην αίθουσα με ένα φουσκωμένο ύφος, νομίζοντας πως υπερέχει όλων.