φτωχικός
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από φτώχεια, στέρηση ή ένδεια, ή που αρμόζει σε φτωχό άνθρωπο.
2. Που είναι λιτός, απέριττος ή ανεπαρκής σε ποσότητα, ποιότητα ή πόρους.
3. Που έχει χαμηλή, άσημη ή ταπεινή κοινωνική προέλευση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πλούσιος πολυτελής αρχοντικός πλουσιοπάροχος χλιδάτος μεγαλοπρεπής εύπορος ευκατάστατος λουσάτος πληθωρικός
Παραδείγματα χρήσης
- Μεγάλωσε σε ένα φτωχικό σπιτάκι στην άκρη του χωριού.
- Μας πρόσφεραν ένα φτωχικό αλλά πεντανόστιμο γεύμα.
- Παρά τη φτωχική του καταγωγή, κατάφερε να σπουδάσει και να διαπρέψει.
- Το κείμενο διακρίνεται από μια φτωχική έκφραση και περιορισμένο λεξιλόγιο.