χούντα
ουσιαστικό1. Αυταρχικό, στρατιωτικό καθεστώς που καταλαμβάνει την εξουσία συνήθως με πραξικόπημα και κυβερνά δικτατορικά.
Συνώνυμα
δικτατορία στρατοκρατία τυραννία δεσποτεία απολυταρχία ολιγαρχία κλίκα φατρία καμαρίλα αυταρχισμός ολοκληρωτισμός μονοκρατορία σπείρα πραξικόπημα συνωμοσία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τη διάρκεια της επταετούς χούντας, πολλοί πολίτες διώχθηκαν και εξορίστηκαν για τα φρονήματά τους.
- Στο διοικητικό συμβούλιο λειτουργεί μια κλειστή χούντα που παίρνει όλες τις αποφάσεις πίσω από κλειστές πόρτες.
- Η κατάρρευση της στρατιωτικής χούντας το 1974 άνοιξε τον δρόμο για τη Μεταπολίτευση.
- Δεν πρόκειται να ανεχτούμε τη χούντα που προσπαθείτε να επιβάλετε στον σύλλογό μας.