χρησιμοποιημένος

επίθετο

1. Που έχει ήδη τεθεί σε χρήση, που δεν είναι καινούργιος· μεταχειρισμένος.

2. Που έχει αξιοποιηθεί, τεθεί σε λειτουργία ή εφαρμοστεί για συγκεκριμένο σκοπό.

Συνώνυμα

μεταχειρισμένος πολυμεταχειρισμένος δευτερόχερος αξιοποιημένος εκμεταλλευμένος φθαρμένος παλιός αναλωμένος δουλεμένος τετριμμένος πολυκαιρισμένος φαγωμένος ξεζουμισμένος χειραγωγημένος

Αντώνυμα

αχρησιμοποίητος αμεταχείριστος καινούργιος άθικτος ανέπαφος ολοκαίνουργιος ανεκμετάλλευτος αναξιοποίητος αδούλευτος παρθένος καινός

Παραδείγματα χρήσης

  • Προτίμησε να αγοράσει ένα χρησιμοποιημένο αυτοκίνητο για να εξοικονομήσει χρήματα.
  • Οι χρησιμοποιημένες μπαταρίες πρέπει να απορρίπτονται στους ειδικούς κάδους ανακύκλωσης.
  • Ένιωσε εντελώς χρησιμοποιημένος από τους συνεργάτες του μόλις ολοκληρώθηκε το έργο.
  • Μην αφήνεις τα χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα πάνω στο τραπέζι.