ξεζουμισμένος
επίθετο1. Που του έχει αφαιρεθεί ο χυμός ή το υγρό περιεχόμενο με πίεση ή στίψιμο.
2. Που βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής εξάντλησης λόγω υπερβολικής κούρασης ή έντασης.
Συνώνυμα
στυμμένος απομυζημένος εξαντλημένος αποχυμωμένος εξουθενωμένος ξεθεωμένος καταπονημένος στραγγισμένος καταβεβλημένος αποκαμωμένος κατάκοπος τσακισμένος διαλυμένος απογυμνωμένος εκμεταλλευμένος αποδυναμωμένος αδειασμένος αφυδατωμένος στεγνωμένος ρημαγμένος
Αντώνυμα
ακμαίος ξεκούραστος αναζωογονημένος ζουμερός χυμώδης σφριγηλός ανανεωμένος ενυδατωμένος άθικτος ανέπαφος ακούραστος δυνατός
Παραδείγματα χρήσης
- Άφησε τις ξεζουμισμένες λεμονόκουπες στην άκρη του πάγκου αφού έφτιαξε τη λεμονάδα.
- Μετά από δεκάωρη συνεχή εργασία στο γραφείο, επέστρεψε στο σπίτι εντελώς ξεζουμισμένος.
- Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αισθάνονται ξεζουμισμένες από τη βαριά φορολογία.
- Έδειχνε ψυχικά ξεζουμισμένη έπειτα από τόσους μήνες αδιάκοπης πίεσης και άγχους.