ψευδές

επίθετο

1. Που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ή στην αντικειμενική πραγματικότητα· ανυπόστατο ή κατασκευασμένο.

2. Που δεν είναι γνήσιο, φυσικό ή αυθεντικό· πλαστό, κάλπικο ή απομιμητικό.

Συνώνυμα

αναληθές ψεύτικο ανυπόστατο πλαστό κάλπικο κίβδηλο ανακριβές εσφαλμένο λανθασμένο παραπλανητικό νόθο απατηλό κατασκευασμένο επινοημένο προσποιητό πλασματικό

Αντώνυμα

αληθές αληθινό πραγματικό γνήσιο αυθεντικό ακριβές ορθό σωστό βάσιμο έγκυρο

Παραδείγματα χρήσης

  • Το έγγραφο που κατέθεσε στο δικαστήριο αποδείχθηκε παντελώς ψευδές.
  • Δημοσίευσαν ένα ψευδές δημοσίευμα για να πλήξουν τη φήμη του υπουργού.
  • Στον λογικό προγραμματισμό, αν η συνθήκη δεν ικανοποιείται, επιστρέφει ως αποτέλεσμα ψευδές.
  • Δημιουργήθηκε πανικός στην πόλη εξαιτίας ενός ψευδούς συναγερμού για φωτιά.