άτονα

επίρρημα

1. Με έλλειψη έντασης, ζωντάνιας, ενεργητικότητας ή πάθους.

2. Χωρίς φυσική δύναμη ή μυϊκό τόνο· αδύναμα, εξασθενημένα.

3. (γραμματική) Χωρίς φωνητικό ή γραπτό τόνο.

Συνώνυμα

υποτονικά αδύναμα νωθρά νωχελικά χλιαρά χαλαρά μαλθακά ράθυμα ασθενικά ανόρεχτα άκεφα εξασθενημένα παθητικά σβηστά κουρασμένα απαλά

Αντώνυμα

έντονα δυναμικά ζωηρά σθεναρά δυνατά ενεργητικά τονισμένα παθιασμένα ορμητικά εύρωστα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μίλησε τόσο άτονα που σχεδόν κανείς δεν πρόσεξε την παρουσία του.
  • Η ομάδα ξεκίνησε το παιχνίδι πολύ άτονα και δέχτηκε γρήγορα γκολ.
  • Μετά την ίωση κινείται ακόμα άτονα και κουράζεται εύκολα.
  • Στα νέα ελληνικά τα εγκλιτικά προφέρονται άτονα μαζί με την προηγούμενη λέξη.