άφθονα

επίρρημα

Σε μεγάλη ποσότητα ή βαθμό, πέρα από το συνηθισμένο ή το αναγκαίο· με εξαιρετικό πλούτο και χωρίς περιορισμό.

Συνώνυμα

πλουσιοπάροχα αφειδώς δαψιλώς απλόχερα πλούσια μπολικα περίσσια αφειδώλευτα υπεράφθονα σωρηδόν αβέρτα πληθωρικά ανεξάντλητα πολύ άπειρα χορταστικά ξέχειλα ασύστολα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο γιορτινό τραπέζι έρεε άφθονα το κρασί και η διάθεση ήταν στα ύψη.
  • Η περιοχή διαθέτει άφθονα φυσικά αποθέματα νερού χάρη στις συνεχείς βροχοπτώσεις.
  • Μας πρόσφερε άφθονα τη βοήθειά του χωρίς να ζητήσει τίποτα για αντάλλαγμα.
  • Στον κήπο τους φυτρώνουν άφθονα αγριολούλουδα κάθε άνοιξη.