αγαπημένος
επίθετο1. Που προκαλεί σε κάποιον έντονη στοργή, τρυφερότητα ή συναισθηματική συμπάθεια.
2. Που προτιμάται ή έχει προβάδισμα έναντι άλλων αντικειμένων, προσώπων ή επιλογών.
Συνώνυμα
αγαπητός λατρεμένος λατρευτός φαβορί πολυαγαπημένος εραστής γκόμενος προσφιλής εκλεκτός προτιμώμενος ευνοούμενος επιθυμητός περιζήτητος ευνοημένος οικείος συμπαθής κολλητός ξεχωριστός επιλεγμένος αγαπητούλης φιλαράκι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αγαπημένος μου δάσκαλος εξηγεί τα μαθηματικά με υπομονή.
- Η αγαπημένη μου ταινία παίζεται απόψε στο σινεμά.
- Το αγαπημένο μου βιβλίο είναι πάνω στο τραπέζι.
- Οι αγαπημένοι μου φίλοι ήρθαν για επίσκεψη.
- Τα αγαπημένα σου παπούτσια έχουν λερωθεί.