αδικαιολόγητος

επίθετο

1. Που δεν δικαιολογείται ή δεν εξηγείται με λογικά επιχειρήματα· που στερείται επαρκούς ή βάσιμης αιτιολογίας.

2. Που δεν μπορεί να συγχωρηθεί ή να γίνει ανεκτός λόγω της σοβαρότητάς του· ασυγχώρητος, ανεπίτρεπτος.

Συνώνυμα

αναιτιολόγητος αστήρικτος αβάσιμος αυθαίρετος ανεξήγητος ασυγχώρητος ανεπίτρεπτος απαράδεκτος αθεμελίωτος παράλογος ανυπόστατος άτοπος απρόκλητος αλόγιστος ανεπαρκής

Αντώνυμα

δικαιολογημένος αιτιολογημένος βάσιμος ευεξήγητος εξηγήσιμος κατανοητός λογικός συγχωρητέος τεκμηριωμένος θεμιτός επιτρεπτός

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση των δρομολογίων προκάλεσε την έντονη αγανάκτηση των επιβατών.
  • Θεωρώ εντελώς αδικαιολόγητη την επιθετική συμπεριφορά του απέναντι στους συναδέλφους του.
  • Κάθε αδικαιολόγητη απουσία από τα μαθήματα καταγράφεται επισήμως στο απουσιολόγιο.
  • Είναι παντελώς αδικαιολόγητο να επαναλαμβάνεις το ίδιο λάθος μετά από τόσες προειδοποιήσεις.