αθέλητα
επίρρημα1. Χωρίς πρόθεση, συνείδηση ή σχεδιασμό· κατά λάθος ή από απροσεξία.
2. Χωρίς τη συγκατάθεση ή την επιθυμία κάποιου· παρά τη θέλησή του.
Συνώνυμα
άθελα ακούσια ακουσίως ασυναίσθητα απροαίρετα ασυνείδητα ανεπίγνωστα μηχανικά ενστικτωδώς απρομελέτητα αναγκαστικά τυχαία αυθόρμητα ανεξέλεγκτα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου ξέφυγε αθέλητα το μυστικό του και ένιωσα αμέσως τύψεις.
- Έστρεψε αθέλητα το βλέμμα του προς το παράθυρο μόλις άκουσε τον παράξενο θόρυβο.
- Πολλές φορές πληγώνουμε τους ανθρώπους γύρω μας εντελώς αθέλητα.
- Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν αθέλητα στα μάγουλά της όταν αντίκρισε το παλιό τους σπίτι.