αιχμηρός
επίθετο1. Που καταλήγει σε λεπτή, μυτερή άκρη ή διαθέτει κοφτερή λεπίδα, ικανός να τρυπήσει ή να κόψει.
2. (μεταφορικά) Που χαρακτηρίζεται από καυστικότητα, ειρωνεία ή επιθετικότητα και στοχεύει να πληγώσει ή να προσβάλει.
Συνώνυμα
μυτερός κοφτερός οξύς δηκτικός καυστικός σουβλερός ακιδωτός φαρμακερός τσουχτερός διαπεραστικός πικρόχολος ειρωνικός προσβλητικός διατρητικός σκληρός επιθετικός αψύς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν τα παιδιά πλησιάζουν αιχμηρά εργαλεία.
- Η ανακοίνωση της αντιπολίτευσης περιείχε εξαιρετικά αιχμηρές παρατηρήσεις για την οικονομική πολιτική.
- Με κοίταξε με ένα αιχμηρό βλέμμα γεμάτο καχυποψία.
- Ένιωσε έναν αιχμηρό πόνο στο στήθος και επισκέφθηκε αμέσως το νοσοκομείο.