αμίλητος
επίθετο1. Που δεν μιλάει ή μιλάει πολύ λίγο, διατηρώντας σιωπή.
2. Που εκδηλώνει σιωπή ή αποφυγή λόγου λόγω ντροπής, στοχασμού, επιφυλακτικότητας ή άρνησης επικοινωνίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κράτησε όλη τη νύχτα αμίλητος, χωρίς να απαντήσει σε κανένα.
- Η μητέρα έμεινε αμίλητη όταν άκουσε τα νέα.
- Το δωμάτιο έμεινε αμίλητο όταν σταμάτησε η μουσική.
- Οι φίλοι ήταν αμίλητοι από το σοκ του ατυχήματος.
- Παρά τις ερωτήσεις, ο διευθυντής παρέμεινε αμίλητος.