αμαυρώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι σκοτεινό, θαμπό ή αφαιρώ τη φυσική λάμψη και το φως του.
2. Προσβάλλω ή καταστρέφω την τιμή, την υπόληψη, το κύρος ή τη φήμη κάποιου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το οικονομικό σκάνδαλο ήρθε να αμαυρώσει την κατά τα άλλα λαμπρή καριέρα του υπουργού.
- Τέτοια φαινόμενα βίας αμαυρώνουν την εικόνα του ελληνικού αθλητισμού στο εξωτερικό.
- Οι αναθυμιάσεις και τα καυσαέρια είχαν αμαυρώσει τις μαρμάρινες προσόψεις των ιστορικών κτιρίων.
- Προσπάθησε μάταια με ανυπόστατες φήμες να αμαυρώσει την τιμή και την υπόληψη της οικογένειάς του.