ανάδυση
ουσιαστικό1. Έξοδος ή άνοδος ενός σώματος από το βάθος ενός υγρού προς την επιφάνεια.
2. Ξαφνική ή σταδιακή εμφάνιση, φανέρωση και ισχυροποίηση ενός φαινομένου, ιδέας ή οντότητας στο προσκήνιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το υποβρύχιο πραγματοποίησε ανάδυση στα ανοιχτά του λιμανιού μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής άσκησης.
- Η σταδιακή ανάδυση νέων ψηφιακών τεχνολογιών αλλάζει ριζικά την καθημερινότητα και την αγορά εργασίας.
- Ο εκπαιδευτής υπενθύμισε στον δύτη ότι η απότομη ανάδυση μπορεί να αποβεί μοιραία για την υγεία του.
- Οι ιστορικοί μελετούν την ανάδυση των εθνικών κρατών στην Ευρώπη κατά τον δέκατο ένατο αιώνα.