αναζωογονιέμαι
ρήμα1. Ανακτώ τη σωματική, πνευματική ή ψυχική μου δύναμη και ζωντάνια· νιώθω ακμαίος και γεμάτος ενέργεια.
2. (Μεταφορικά) Αποκτώ εκ νέου ώθηση, ανάπτυξη ή άνθηση μετά από περίοδο παρακμής ή κάμψης.
Συνώνυμα
ανανεώνομαι τονώνομαι αναγεννιέμαι ξανανιώνω ζωντανεύω αναπτερώνομαι φρεσκάρομαι δυναμώνω αναθαρρεύω ξεκουράζομαι ανασταίνομαι ανακάμπτω συνέρχομαι ανακουφίζομαι ανθίζω αποκαθίσταμαι
Αντώνυμα
εξαντλούμαι κουράζομαι καταπονώμαι αποδυναμώνομαι ατονώ μαραίνομαι μαραζώνω φθίνω γηράσκω βαλτώνω καταρρέω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που περπατάει στο δάσος, νιώθει να αναζωογονείται από τον καθαρό αέρα.
- Ένα δροσερό ντους ήταν αρκετό για να αναζωογονηθώ μετά την πολύωρη πεζοπορία.
- Με τα νέα μέτρα στήριξης, η τοπική αγορά αναζωογονήθηκε αισθητά μέσα σε λίγους μήνες.
- Ο οργανισμός του άρχισε σιγά σιγά να αναζωογονείται ύστερα από τη μακρά περίοδο ανάρρωσης.