ανακαίνιση

ουσιαστικό

1. Το σύνολο των εργασιών επισκευής, τροποποίησης ή βελτίωσης ενός κτιρίου, διαμερίσματος ή άλλου χώρου ώστε να επανέλθει σε καλή κατάσταση ή να εκσυγχρονιστεί.

2. Ριζική ανανέωση, αναδιοργάνωση ή μεταρρύθμιση ενός συστήματος, θεσμού ή κατάστασης.

Συνώνυμα

ανανέωση ανακατασκευή επισκευή αναπαλαίωση αναστήλωση εκσυγχρονισμός αναβάθμιση επιδιόρθωση αναδόμηση φρεσκάρισμα αναμόρφωση σουλούπωμα μερεμέτισμα αναδιοργάνωση μεταρρύθμιση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αποφάσισαν να κάνουν ριζική ανακαίνιση στην κουζίνα και στο μπάνιο πριν μετακομίσουν στο καινούργιο σπίτι.
  • Το ιστορικό ξενοδοχείο παρέμεινε κλειστό για έναν χρόνο λόγω εκτεταμένων εργασιών ανακαίνισης.
  • Οι εγκαταστάσεις του νοσοκομείου χρειάζονται επειγόντως ανακαίνιση και νέο εξοπλισμό.
  • Το εκπαιδευτικό σύστημα έχει ανάγκη από ουσιαστική ανακαίνιση και όχι απλώς επιφανειακές αλλαγές.