απατώ
ρήμα1. Παραπλανώ κάποιον με ψέματα, δόλο ή τεχνάσματα, οδηγώντας τον σε εσφαλμένη κρίση ή πράξη.
2. Παραβιάζω τη συζυγική ή ερωτική πίστη, συνάπτοντας παράλληλη σχέση.
3. Διαψεύδω προσδοκίες, ελπίδες ή υπολογισμούς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπάθησε να με απατήσει με πλαστά έγγραφα, αλλά κατάλαβα εγκαίρως τον δόλο του.
- Όταν έμαθε ότι ο σύντροφός της την απατούσε, αποφάσισε να χωρίσουν οριστικά.
- Αν δεν με απατά η μνήμη μου, είχαμε συναντηθεί ξανά στο συνέδριο του περασμένου έτους.
- Τα φαινόμενα συχνά απατούν και δεν πρέπει να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα.