απείθαρχος

επίθετο

1. Που δεν υποτάσσεται σε κανόνες, διαταγές ή σε σύστημα πειθαρχίας· ανυπάκουος, ανυπότακτος.

2. Που δεν μπορεί να συγκρατηθεί, να ελεγχθεί ή να δαμαστεί εύκολα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής δυσκολευόταν να επιβάλει την τάξη σε μια τόσο απείθαρχη σχολική τάξη.
  • Ήταν ένας απείθαρχος στρατιώτης που συχνά τιμωρούνταν με φυλάκιση επειδή αγνοούσε τις εντολές.
  • Προσπαθούσε για ώρα να χτενίσει τις απείθαρχες μπούκλες των μαλλιών της μπροστά στον καθρέφτη.
  • Το απείθαρχο πνεύμα του τον οδηγούσε διαρκώς σε συγκρούσεις με το κατεστημένο.