αποδεικτικός
επίθετο1. Που παρέχει ή λειτουργεί ως απόδειξη, επιβεβαιώνοντας την αλήθεια ή την εγκυρότητα ενός ισχυρισμού.
2. Που σχετίζεται με την απόδειξη ή τη διαδικασία συλλογής και παρουσίασης στοιχείων για την τεκμηρίωση ενός γεγονότος ή ισχυρισμού.
Συνώνυμα
τεκμηριωτικός δεδειγμένος τεκμηριωμένος επιβεβαιωτικός επαληθευτικός καταδεικτικός δεικτικός διαπιστωτικός συμπερασματικός ενδεικτικός πειστικός παραστατικός μαρτυρικός βεβαιωτικός ενισχυτικός καταλυτικός επιχειρηματολογικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έγγραφο ήταν αποδεικτικό στοιχείο στη δίκη.
- Ο λόγος του ήταν αποδεικτικός και στηριζόταν σε δεδομένα.
- Η χειρονομία της ήταν αποδεικτική και δεν άφηνε αμφιβολίες.
- Οι επιστήμονες παρουσίασαν αποδεικτικά δεδομένα για τη θεωρία.
- Η υπεράσπιση προσκόμισε αποδεικτικά μέσα στο δικαστήριο.