αποδιοργανώνομαι

ρήμα

1. Χάνω την τάξη, τη συνοχή, τη δομή ή την ομαλή λειτουργία μου (για σύστημα, οργανισμό, υπηρεσία κλπ.).

2. Χάνω την ψυχραιμία, τον αυτοέλεγχο ή τη συγκέντρωσή μου εξαιτίας απρόοπτων γεγονότων, άγχους ή σύγχυσης.

Συνώνυμα

αποσυντονίζομαι απορρυθμίζομαι αποδιαρθρώνομαι διαλύομαι αποσταθεροποιούμαι αναστατώνομαι μπερδεύομαι αποπροσανατολίζομαι κλονίζομαι διασπώμαι αποσυντίθεμαι ξεχαρβαλώνομαι πελαγώνω σκορπίζομαι καταρρέω

Αντώνυμα

οργανώνομαι συντονίζομαι συγκροτούμαι ρυθμίζομαι σταθεροποιούμαι ανασυντάσσομαι συγκεντρώνομαι δομούμαι συμμαζεύομαι πειθαρχούμαι νοικοκυρεύομαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Με τις συνεχείς αλλαγές στο πρόγραμμα, ολόκληρη η υπηρεσία αποδιοργανώθηκε και καθυστέρησε η παράδοση των έργων.
  • Κάθε φορά που δέχομαι απρόσμενη κριτική, αποδιοργανώνομαι και χάνω τον ειρμό των σκέψεών μου.
  • Το σύστημα υγείας κινδυνεύει να αποδιοργανωθεί πλήρως υπό το βάρος των ελλείψεων σε ιατρικό προσωπικό.
  • Όταν διακόπτεται η ρουτίνα της μελέτης μου, αποδιοργανώνομαι εύκολα και δυσκολεύομαι να ξανασυγκεντρωθώ.