ασυμμετρία
ουσιαστικό1. Έλλειψη συμμετρίας, απουσία αρμονικής αντιστοιχίας ή κανονικότητας στα μέρη ενός σχήματος ή συνόλου.
2. Έλλειψη ισορροπίας, ανισότητα ή δυσαναλογία σε μεγέθη, δυνάμεις ή καταστάσεις.
Συνώνυμα
δυσαναλογία ανισομέρεια αμετρία αναντιστοιχία ανισορροπία δυσαρμονία ακανονικότητα ανομοιομορφία απόκλιση ανισότητα στρέβλωση παραμόρφωση ετερογένεια διαφορά
Αντώνυμα
συμμετρία ισομέρεια συμμετρικότητα αναλογία ισορροπία αρμονία κανονικότητα ομοιομορφία αντιστοιχία ευρυθμία ισότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μικρή ασυμμετρία στα χαρακτηριστικά του προσώπου της της έδινε μια ιδιαίτερη γοητεία.
- Στην οικονομική θεωρία, η ασυμμετρία πληροφόρησης επηρεάζει καθοριστικά τη λειτουργία των αγορών.
- Οι στρατηγικοί αναλυτές μελετούν την ασυμμετρία ισχύος ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.
- Παρατηρείται έντονη ασυμμετρία στην κατανομή των κονδυλίων μεταξύ των διαφόρων περιφερειών.