ατιμάζω
ρήμα1. Προσβάλλω βαριά την τιμή, την αξιοπρέπεια ή την υπόληψη κάποιου, προκαλώντας του ντροπή ή διασυρμό.
2. Αφαιρώ την αγνότητα, διακορεύω ή εξαναγκάζω σε σεξουαλική πράξη χωρίς συναίνεση (παρωχημένη ή λόγια χρήση).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με την ανάρμοστη συμπεριφορά του κατάφερε να ατιμάσει το όνομα ολόκληρης της οικογένειας.
- Οι κατακτητές λεηλάτησαν την πόλη και ατίμασαν τους ιερούς ναούς.
- Σε παλαιότερες κοινωνίες, πίστευαν ότι τέτοια γεγονότα ατίμαζαν ανεπανόρθωτα μια νέα κοπέλα.
- Προτίμησε να παραιτηθεί από το αξίωμά του παρά να ατιμαστεί υποκύπτοντας σε εκβιασμούς.