δημιουργικός
επίθετο1. Ικανός να παράγει πρωτότυπο έργο, να επινοεί νέες ιδέες ή να εκφράζει καλλιτεχνική έμπνευση.
2. Που χαρακτηρίζεται από γονιμότητα, παραγωγικότητα ή συμβάλλει θετικά στην εξέλιξη, στην πρόοδο και στην επίλυση προβλημάτων.
Συνώνυμα
ευρηματικός εφευρετικός επινοητικός ευφάνταστος γόνιμος καινοτόμος παραγωγικός πρωτότυπος εμπνευσμένος οικοδομητικός καρποφόρος νεωτεριστικός αναπλαστικός αναγεννητικός ποιητικός δραστήριος
Αντώνυμα
στείρος άγονος αφάνταστος άκαρπος μιμητικός αντιπαραγωγικός κοινότοπος καταστροφικός αδρανής παθητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι ένας ιδιαίτερα δημιουργικός καλλιτέχνης που δεν επαναπαύεται ποτέ στις παλιές του επιτυχίες.
- Η δημιουργική σκέψη είναι απαραίτητο εφόδιο για την επίλυση σύγχρονων προβλημάτων.
- Περάσαμε ένα εξαιρετικά δημιουργικό απόγευμα σχεδιάζοντας τη νέα μας καμπάνια.
- Οι μαθητές ενθαρρύνονται να εκφράζονται με δημιουργικούς τρόπους μέσα από τη ζωγραφική και το θέατρο.