ευρηματικός
επίθετο1. Αυτός που έχει την ικανότητα να επινοεί εύκολα πρωτότυπες ιδέες, τεχνάσματα ή πρακτικές λύσεις· επινοητικός, πολυμήχανος.
2. Αυτός που χαρακτηρίζεται από έξυπνη σύλληψη, φαντασία ή πρωτοτυπία.
Συνώνυμα
επινοητικός εφευρετικός πολυμήχανος ευφάνταστος δημιουργικός πρωτότυπος καινοτόμος ευφυής έξυπνος σπιρτόζος ρηξικέλευθος πολύτροπος πολύτεχνος σαΐνι γάτος τσακάλι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μηχανικός βρήκε έναν ευρηματικό τρόπο για να επιλύσει τη βλάβη χωρίς επιπλέον έξοδα.
- Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα ευρηματικό καλλιτέχνη που εκπλήσσει πάντα το κοινό.
- Η πρόταση που παρουσίασε ήταν τόσο ευρηματική που κέρδισε αμέσως τις εντυπώσεις.
- Τα παιδιά γίνονται απίστευτα ευρηματικά όταν πρόκειται να σκαρφιστούν ένα νέο παιχνίδι.