διακύμανση
ουσιαστικό1. Η συνεχής αυξομείωση ή μεταβολή τιμών, ποσοτήτων ή μεγεθών ανάμεσα σε ορισμένα όρια.
2. Η αλλαγή, αστάθεια ή ταλάντωση σε διαθέσεις, καταστάσεις ή απόψεις.
Συνώνυμα
κύμανση αυξομείωση μεταβλητότητα σκαμπανέβασμα ταλάντωση ανεβοκατέβασμα μεταβολή αιώρηση παλινδρόμηση αστάθεια ρευστότητα κυματισμός αλλαγή διαφοροποίηση παραλλαγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παρατηρείται μεγάλη διακύμανση στις τιμές των καυσίμων τις τελευταίες εβδομάδες.
- Η ημερήσια θερμοκρασιακή διακύμανση στην περιοχή αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη.
- Οι συνεχείς διακυμάνσεις στη διάθεσή της προβλημάτισαν τον περίγυρό της.
- Η χρηματιστηριακή αγορά έκλεισε με περιορισμένη διακύμανση των βασικών δεικτών.