διασπασμένος

επίθετο

1. Που έχει χωριστεί, κατακερματιστεί ή διαλυθεί σε επιμέρους τμήματα ή κομμάτια.

2. (Για ομάδα, σύνολο ή παράταξη) Που έχει χάσει τη συνοχή και την ενότητά του εξαιτίας εσωτερικών διαφωνιών ή συγκρούσεων.

Συνώνυμα

κατακερματισμένος διαιρεμένος διχασμένος πολυδιασπασμένος διαμελισμένος κομματιασμένος κατατεμαχισμένος χωρισμένος διασκορπισμένος σκορπισμένος τεμαχισμένος διαλυμένος αποσυνδεδεμένος αποσπασματικός ασύνδετος ρηγματωμένος αφηρημένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πολιτικό κόμμα εμφανίζεται διασπασμένο σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα μετά τις πρόσφατες εκλογές.
  • Με την προσοχή της διασπασμένη από τις συνεχείς ειδοποιήσεις του κινητού, δυσκολευόταν να ολοκληρώσει τη δουλειά της.
  • Τα στρατεύματα ήταν πλέον διασπασμένα σε μικρές ομάδες και δεν μπορούσαν να προβάλουν οργανωμένη άμυνα.
  • Τα αρχαιολογικά ευρήματα της συλλογής παρέμειναν διασπασμένα σε διάφορα μουσεία ανά τον κόσμο.