εισηγητής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που παρουσιάζει, αναπτύσσει και υποστηρίζει μια πρόταση, έκθεση ή νομοσχέδιο ενώπιον συλλογικού οργάνου, επιτροπής ή δικαστηρίου.

2. Ομιλητής ή διδάσκων που αναπτύσσει εξειδικευμένο θέμα σε συνέδριο, ημερίδα ή επιμορφωτικό σεμινάριο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

αντεισηγητής ακροατής εκπαιδευόμενος επιμορφούμενος αποδέκτης αντιλέγων αντιτιθέμενος μαθητής

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εισηγητής του νομοσχεδίου ανέλυσε διεξοδικά τις βασικές διατάξεις ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής.
  • Στο αυριανό συνέδριο θα μιλήσει ως κεντρικός εισηγητής για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
  • Θεωρείται ο κυριότερος εισηγητής του μοντερνισμού στην εγχώρια λογοτεχνία.
  • Οι συμμετέχοντες απηύθυναν πολλές ερωτήσεις στους εισηγητές του επιμορφωτικού προγράμματος.