εκθειάζω

ρήμα

1. Επαινώ υπερβολικά και με ενθουσιασμό κάποιον ή κάτι, πλέκοντας το εγκώμιό του.

2. Ανυψώνω νοερά σε θεϊκή βαθμίδα, θεωρώ ή παρουσιάζω ως τέλειο και αλάνθαστο.

Συνώνυμα

εξυμνώ εγκωμιάζω αποθεώνω δοξάζω υπερεπαινώ θεοποιώ επαινώ υμνώ μεγαλύνω λιβανίζω ανυψώνω κολακεύω διαφημίζω διαλαλώ αναδεικνύω προβάλλω μακαρίζω ευλογώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι κριτικοί τέχνης εκθείασαν τη νέα παράσταση του σκηνοθέτη για την πρωτοτυπία της.
  • Συνηθίζει να εκθειάζει τα επιτεύγματα των παιδιών του σε κάθε ευκαιρία.
  • Παρόλο που τα μέσα ενημέρωσης τον εκθείαζαν ως σωτήρα, η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική.
  • Δεν χρειάζεται να εκθειάζουμε απλές πράξεις επαγγελματικής συνέπειας.