εκούσια

επίρρημα

1. Με την ελεύθερη βούληση ή επιλογή κάποιου, χωρίς εξαναγκασμό ή πίεση.

2. Συνειδητά και με πρόθεση, όχι κατά λάθος ή από απροσεξία.

Συνώνυμα

αυτόβουλα αυτοβούλως εκουσίως οικειοθελώς θεληματικά εθελοντικά εθελουσίως ηθελημένα αβίαστα προαιρετικά συνειδητά σκόπιμα ανεπηρέαστα αυτόνομα αυτόκλητα

Αντώνυμα

ακούσια ακουσίως άθελα αθέλητα αναγκαστικά καταναγκαστικά υποχρεωτικά εξαναγκασμένα απρόθυμα ανελεύθερα επιβεβλημένα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αποχώρησε εκούσια από την ενεργό δράση, παραχωρώντας τη θέση του σε νεότερους συναδέλφους.
  • Δεν τον πίεσε κανείς, πήρε την απόφαση εκούσια και με πλήρη επίγνωση των συνεπειών.
  • Παραδόθηκε εκούσια στις αρχές μόλις κατάλαβε το μέγεθος του σφάλματός του.
  • Συμμετείχε εκούσια στις εργασίες καθαρισμού του δάσους το περασμένο σαββατοκύριακο.