εκτόνωση
ουσιαστικό1. Ελάττωση ή απελευθέρωση της πίεσης ρευστού με την αύξηση του όγκου του.
2. Απελευθέρωση συσσωρευμένης ψυχολογικής, συναισθηματικής ή σωματικής έντασης.
3. Αποκλιμάκωση, υποχώρηση ή κατευνασμός μιας τεταμένης, κρίσιμης ή συγκρουσιακής κατάστασης.
Συνώνυμα
αποσυμπίεση αποφόρτιση αποκλιμάκωση κατευνασμός ξέσπασμα χαλάρωση ανακούφιση λύτρωση κατασίγαση καταπράυνση ύφεση εξομάλυνση διαστολή κάθαρση εξαέρωση ηρέμηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αθλητισμός είναι για πολλούς ο καλύτερος τρόπος για την εκτόνωση του καθημερινού στρες.
- Οι διπλωματικές ενέργειες των δύο χωρών συνέβαλαν άμεσα στην εκτόνωση της κρίσης.
- Η βαλβίδα ασφαλείας άνοιξε αυτόματα για την εκτόνωση της πίεσης των ατμών.
- Μετά τη δημόσια παραδοχή του λάθους, παρατηρήθηκε μια σταδιακή εκτόνωση των πολιτικών παθών.