ελεήμων
επίθετο1. Που δείχνει συμπόνια, κατανόηση και προθυμία να προσφέρει βοήθεια ή ανακούφιση σε όσους υποφέρουν ή είναι σε ανάγκη.
2. Που επιδεικνύει επιείκεια, συγχώρηση ή ευσπλαχνία προς κάποιον που έχει κάνει λάθος ή έχει παρεκκλίνει.
Συνώνυμα
ευσπλαχνικός σπλαχνικός εύσπλαχνος οικτίρμων συμπονετικός καλόψυχος καλοσυνάτος φιλάνθρωπος επιεικής προσηνής καλόκαρδος ευγενικός ήπιος γλυκός ευαίσθητος ανεκτικός φιλικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ελεήμων Θεός ακούει τις προσευχές των πιστών.
- Η ελεήμων γειτόνισσα φρόντισε το τραυματισμένο πουλί.
- Ο κρατούμενος παρακάλεσε τον δικαστή να είναι ελεήμων.
- Οι ελεήμονες χορηγοί κάλυψαν τα έξοδα των οικογενειών.
- Η παράδοση τιμά τον άγιο ως ελεήμων που βοηθά τους φτωχούς.