ενήμερος

επίθετο

1. Αυτός που έχει λάβει πλήρη γνώση για ένα θέμα ή για τις τρέχουσες εξελίξεις· πληροφορημένος, κατατοπισμένος.

2. (οικονομία, διοίκηση) Αυτός που έχει τακτοποιήσει εμπρόθεσμα τις οφειλές ή τις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Συνώνυμα

ενημερωμένος πληροφορημένος κατατοπισμένος διαφωτισμένος ειδοποιημένος μυημένος ειδήμων συνεπής εμπρόθεσμος τακτοποιημένος γνώστης κατηρτισμένος υποψιασμένος καθαρός εξοφλημένος

Αντώνυμα

ανενημέρωτος απληροφόρητος ακατατόπιστος ανίδεος αδαής αμύητος ανυποψίαστος ληξιπρόθεσμος εκπρόθεσμος ασυνεπής άσχετος ατακτοποίητος

Παραδείγματα χρήσης

  • Φρόντισε να κρατάς τη διοίκηση ενήμερη για την πορεία του έργου.
  • Είναι απόλυτα ενήμερος για τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα της τεχνολογίας.
  • Για να συμμετάσχει στον διαγωνισμό, η εταιρεία οφείλει να είναι ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερη.
  • Η τράπεζα προσφέρει χαμηλότερο επιτόκιο στους δανειολήπτες που διατηρούν ενήμερο το δάνειό τους.