επισημότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή ο χαρακτήρας αυτού που τηρεί αυστηρά τους κανόνες του πρωτοκόλλου, των κοινωνικών ή διοικητικών τύπων.
2. Μεγαλοπρέπεια, σοβαρότητα ή λαμπρότητα που συνοδεύει μια τελετή, εκδήλωση ή κοινωνική περίσταση.
Συνώνυμα
τυπικότητα τελετουργικότητα επιβλητικότητα μεγαλοπρέπεια εγκυρότητα σοβαρότητα κύρος λαμπρότητα σεμνοπρέπεια ιεροπρέπεια βαρύτητα τυπολατρία νομιμότητα πρωτόκολλο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δεξίωση προς τιμήν του ξένου ηγέτη οργανώθηκε με κάθε δυνατή επισημότητα.
- Δεν χρειάζεται τόση επισημότητα ανάμεσά μας, γνωριζόμαστε τόσα χρόνια.
- Η επισημότητα της στιγμής έκανε όλους τους παρευρισκόμενους να σωπάσουν.
- Η συμφωνία απέκτησε επισημότητα μόνο μετά την υπογραφή των αρμόδιων υπουργών.