θεμελίωση

ουσιαστικό

1. Τοποθέτηση ή κατασκευή των θεμελίων ενός κτίσματος ή τεχνικού έργου.

2. Ίδρυση, δημιουργία ή απαρχή ενός θεσμού, κράτους ή οργανισμού.

3. Στήριξη μιας θεωρίας, άποψης ή επιστήμης πάνω σε λογικά, νομικά ή επιστημονικά επιχειρήματα.

Συνώνυμα

θεμελίωμα ίδρυση εδραίωση τεκμηρίωση εγκαθίδρυση στήριξη αιτιολόγηση στέριωμα κατοχύρωση σύσταση συγκρότηση εμπέδωση ανέγερση στήριγμα στερέωση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η θεμελίωση του νέου νοσοκομείου ξεκίνησε νωρίς το πρωί με την παρουσία των τοπικών αρχών.
  • Το βιβλίο του συνέβαλε καθοριστικά στη θεωρητική θεμελίωση της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης.
  • Η νομική θεμελίωση των ισχυρισμών του αποδείχθηκε ανεπαρκής στο δικαστήριο.
  • Με τη θεμελίωση της δημοκρατίας τέθηκαν οι βάσεις για την ισότητα των πολιτών.