κάθαρση
ουσιαστικό1. Η ψυχική εκτόνωση, ανακούφιση και ηθική εξύψωση του θεατή, που συντελείται στην αρχαία τραγωδία μέσω του ελέου και του φόβου.
Συνώνυμα
εξαγνισμός εκκαθάριση αποκάθαρση εξυγίανση λύτρωση απαλλαγή ανακούφιση αγνισμός ξεκαθάρισμα καθαρισμός εξιλέωση αποφόρτιση αποτοξίνωση αιμοκάθαρση ξήλωμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η τραγωδία οδηγεί στην κάθαρση των συναισθημάτων του θεατή.
- Οι πολίτες διαδήλωσαν ζητώντας διαφάνεια και άμεση κάθαρση στον δημόσιο βίο.
- Ο ασθενής με νεφρική ανεπάρκεια χρειάζεται τακτική περιτοναϊκή κάθαρση.
- Ένιωσε μια βαθιά εσωτερική κάθαρση μόλις εξομολογήθηκε την αλήθεια μετά από τόσα χρόνια.