καλλιεργώ
ρήμα1. Δουλεύω και φροντίζω τη γη, σπέρνοντας ή φυτεύοντας, με σκοπό την παραγωγή φυτικών προϊόντων.
2. Αναπτύσσω, βελτιώνω και εξελίσσω συστηματικά πνευματικές, ψυχικές ή σωματικές ικανότητες, τέχνες ή επιστήμες.
Συνώνυμα
γεωργώ αναπτύσσω προάγω σπέρνω φυτεύω οργώνω μορφώνω εξελίσσω εξασκώ περιποιούμαι φροντίζω τρέφω ενισχύω αροτριώ εμπλουτίζω ακονίζω τροφοδοτώ υποδαυλίζω δουλεύω σκάβω
Αντώνυμα
παραμελώ εγκαταλείπω αμελώ υποβαθμίζω καταστρέφω ρημάζω φθείρω ξεριζώνω πνίγω αφανίζω αναστέλλω αποβλακώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς καλλιεργεί ελιές και αμπέλια στο κτήμα του εδώ και πενήντα χρόνια.
- Είναι καθήκον του σχολείου να καλλιεργεί την κριτική σκέψη των μαθητών.
- Προσπαθεί συστηματικά να καλλιεργήσει καλές σχέσεις με τους καινούργιους συναδέλφους του.
- Στο εργαστήριο καλλιέργησαν βακτήρια για να εξετάσουν την ανθεκτικότητά τους στα αντιβιοτικά.