κατάχρηση
ουσιαστικό1. Υπέρμετρη, αλόγιστη ή βλαπτική χρήση ενός πράγματος πέρα από τα επιτρεπτά ή υγιή όρια.
2. Αυθαίρετη ή παράνομη άσκηση εξουσίας, αρμοδιότητας ή δικαιώματος προς ίδιον όφελος.
Συνώνυμα
υπεξαίρεση αυθαιρεσία σφετερισμός ιδιοποίηση υπερβολή αμετρία ασυδοσία ατασθαλία διασπάθιση κακοδιαχείριση απάτη υπερβασία κακομεταχείριση παραβίαση ακρότητα λαμογιά κλοπή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συστηματική κατάχρηση αλκοόλ και φαρμάκων οδηγεί σε ανεπανόρθωτες βλάβες της υγείας.
- Ο αξιωματούχος παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία για κατάχρηση εξουσίας.
- Ο έλεγχος των ορκωτών λογιστών αποκάλυψε τεράστια οικονομική κατάχρηση στα ταμεία του ιδρύματος.
- Σας ζητώ συγγνώμη αν κάνω κατάχρηση της φιλοξενίας σας, αλλά δεν έχω πού αλλού να μείνω απόψε.