λαλίστατος
επίθετο1. Που μιλάει πάρα πολύ και ακατάπαυστα, συχνά με ζωηρή, εύθυμη ή ελαφρώς ειρωνική διάθεση.
2. (κυρίως για πουλιά) Που κελαηδάει συνεχώς, δυνατά και μελωδικά.
Συνώνυμα
φλύαρος πολύλογος λάλος πολυλογάς ομιλητικός αδολεσχής γλωσσάς φαφλατάς κελαηδός επικοινωνιακός ανοιχτόστομος μαρτυριάρης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ενώ συνήθως αποφεύγει τις συζητήσεις, απόψε στο δείπνο ήταν εξαιρετικά λαλίστατος.
- Μέχρι χθες αρνιόταν κάθε κατηγορία, όμως στην ανάκριση αποδείχθηκε απρόσμενα λαλίστατος.
- Ένα λαλίστατο αηδόνι κελαηδούσε ασταμάτητα πάνω στο κλαδί της πορτοκαλιάς.
- Τα παιδιά έγιναν ξαφνικά λαλίστατα μόλις άρχισαν να περιγράφουν τις περιπέτειές τους στην κατασκήνωση.