λιωμένος
επίθετο1. Που έχει μεταβεί από τη στερεά στην υγρή κατάσταση λόγω θερμότητας.
2. Που έχει διαλυθεί μέσα σε υγρό.
3. (μεταφορικά) Εξαιρετικά κουρασμένος, σωματικά ή ψυχικά εξαντλημένος.
4. (μεταφορικά) Πολύ ερωτευμένος, γοητευμένος ή βαθιά συγκινημένος.
Συνώνυμα
τετηγμένος ρευστοποιημένος εξαντλημένος κατάκοπος ξεθεωμένος υγροποιημένος χυτός διαλυμένος αποκαμωμένος τσακισμένος καταπονημένος φθαρμένος ξετρελαμένος μαλακωμένος ξεφτισμένος μαγεμένος
Αντώνυμα
στερεός πηγμένος στερεοποιημένος ξεκούραστος άτηκτος παγωμένος ακμαίος ακούραστος αδιάλυτος κρυσταλλωμένος άφθαρτος ασυγκίνητος
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόσθεσε λίγο λιωμένο βούτυρο στο μείγμα για να γίνει το κέικ πιο αφράτο.
- Γύρισε αργά το βράδυ από τη δουλειά εντελώς λιωμένος από την ορθοστασία.
- Είναι τόσο λιωμένος μαζί της που δεν της χαλάει ποτέ χατίρι.
- Τα λιωμένα χιόνια στις βουνοπλαγιές φούσκωσαν την κοίτη του ποταμού.