μεγεθύνω
ρήμα1. Κάνω κάτι μεγαλύτερο σε φυσικές διαστάσεις, όγκο, έκταση ή ποσότητα.
2. Κάνω κάτι να φαίνεται μεγαλύτερο οπτικά με τη χρήση φακών ή ψηφιακών μέσων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπάθησε να μεγεθύνεις τη φωτογραφία στην οθόνη για να διακρίνεις το κείμενο.
- Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μεγεθύνουμε το πρόβλημα και να πανικοβαλλόμαστε.
- Το συγκεκριμένο μικροσκόπιο μεγεθύνει τα δείγματα κατά εκατοντάδες φορές.
- Η παρατεταμένη οικονομική κρίση μεγέθυνε τις κοινωνικές ανισότητες.