μεταβλητότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή το χαρακτηριστικό τού να αλλάζει κανείς ή κάτι συχνά και εύκολα, η έλλειψη σταθερότητας ή μονιμότητας.
Συνώνυμα
ευμεταβλητότητα αστάθεια διακύμανση ρευστότητα παραλλακτικότητα ανισορροπία αβεβαιότητα κυκλοθυμία ποικιλότητα διαφοροποίηση κυμάτωση αλλαγή ανωμαλία τρωτότητα
Αντώνυμα
αμεταβλητότητα σταθερότητα παγιότητα μονιμότητα στερεότητα κανονικότητα ισορροπία ακλονισία ακαμψία βεβαιότητα συνέπεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η έντονη μεταβλητότητα των τιμών του πετρελαίου δημιουργεί ανησυχία στους επενδυτές.
- Ο ανοιξιάτικος καιρός χαρακτηρίζεται από διαρκή μεταβλητότητα.
- Η γενετική μεταβλητότητα ενός είδους συμβάλλει καθοριστικά στην προσαρμογή του στο περιβάλλον.
- Η ψυχική της διάθεση παρουσίαζε επικίνδυνη μεταβλητότητα τις τελευταίες ημέρες.