ποικιλότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα ή το χαρακτηριστικό του να περιλαμβάνει ένα σύνολο πολλά διαφορετικά είδη, μορφές ή στοιχεία.

2. Η συνύπαρξη ποικίλων βιολογικών, κοινωνικών ή πολιτισμικών χαρακτηριστικών σε έναν δεδομένο χώρο ή σύστημα.

Συνώνυμα

ποικιλία ποικιλομορφία πολυμορφία διαφορετικότητα ετερογένεια ανομοιογένεια πολλαπλότητα πλουραλισμός ετερότητα πολυτυπία διαφοροποίηση πολυφωνία βιοποικιλότητα πολυμέρεια πολυχρωμία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η βιολογική ποικιλότητα των υγροτόπων απειλείται άμεσα από την ανθρώπινη παρέμβαση.
  • Η πολιτισμική ποικιλότητα μιας κοινωνίας αποτελεί πηγή πλούτου και αλληλοκατανόησης.
  • Στη συζήτηση καταγράφηκε αξιοσημείωτη ποικιλότητα απόψεων και προτάσεων.
  • Το μενού του εστιατορίου ξεχωρίζει για την ποικιλότητα των γεύσεων και των υλικών.