μοίρασμα
ουσιαστικό1. Διαχωρισμός ενός συνόλου σε επιμέρους μερίδια και απόδοσή τους σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα.
2. Καταμερισμός ή ανάθεση καθηκόντων, ευθυνών και υποχρεώσεων σε μια ομάδα.
Συνώνυμα
διανομή διαμοιρασμός μοίραση κατανομή διαμερισμός επιμερισμός καταμερισμός κατάτμηση χώρισμα τεμαχισμός κοινοποίηση δόσιμο παροχή διάθεση εκχώρηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μοίρασμα της οικογενειακής περιουσίας προκάλεσε μεγάλες εντάσεις ανάμεσα στα αδέλφια.
- Για να ολοκληρωθεί εγκαίρως το έργο, χρειάζεται δίκαιο μοίρασμα των εργασιών στην ομάδα.
- Το ειλικρινές μοίρασμα των συναισθημάτων είναι η βάση για μια υγιή σχέση.
- Μετά το μοίρασμα των ρόλων από τον σκηνοθέτη, ξεκίνησαν αμέσως οι πρώτες πρόβες.