μπυραρία

ουσιαστικό

1. Κατάστημα ή χώρος όπου σερβίρονται κυρίως μπύρες, συχνά συνοδευόμενες από φαγητό και άλλα ποτά, με έμφαση στην κοινωνική συναναστροφή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μπυραρία ήταν γεμάτη κόσμο το Σάββατο το βράδυ.
  • Πήγαμε στην μπυραρία για να δοκιμάσουμε καινούργιες μπύρες.
  • Ο φίλος μου άνοιξε μια μπυραρία με χειροποίητες μπύρες.
  • Στη μπυραρία της πλατείας διοργανώθηκε συναυλία.
  • Η μπυραρία της γειτονιάς έχει γίνει το καθημερινό μας στέκι.