νηστικός
επίθετο1. Αυτός που δεν έχει φάει καθόλου τροφή για κάποιο χρονικό διάστημα και πεινάει.
2. Αυτός που τηρεί νηστεία, απέχοντας από ορισμένες τροφές για θρησκευτικούς λόγους.
Συνώνυμα
πεινασμένος άσιτος αφάγωτος λιμασμένος πειναλέος ξελιγωμένος νηστεύων άτροφος πεινών λιμόπληκτος νηστευτικός στερημένος αχόρταγος
Αντώνυμα
χορτάτος χορτασμένος φαγωμένος μπουχτισμένος καλοταϊσμένος ταϊσμένος σκασμένος παραχορτασμένος κορεσμένος αρτυμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινε νηστικός όλη μέρα λόγω της δουλειάς και το βράδυ ζαλιζόταν από την εξάντληση.
- Για να κάνεις τις πρωινές αιματολογικές εξετάσεις, πρέπει να είσαι εντελώς νηστικός.
- Μην αφήνεις τα παιδιά νηστικά τόσες ώρες στο σχολείο, βάλε τους ένα κολατσιό στην τσάντα.
- Τη Μεγάλη Παρασκευή η γιαγιά συνήθιζε να μένει νηστική μέχρι τη δύση του ηλίου.