κορεσμένος

επίθετο

1. (χημ., φυσ.) Που περιέχει τη μέγιστη δυνατή ποσότητα διαλυμένης ουσίας ή υγρασίας σε ορισμένη θερμοκρασία και πίεση, ή που διαθέτει μόνο απλούς χημικούς δεσμούς (για λιπαρά και οργανικές ενώσεις).

Συνώνυμα

πλήρης γεμάτος υπερπλήρης χορτασμένος μπουχτισμένος κατάμεστος υπερφορτωμένος ξεχειλισμένος χορτάτος τιγκαρισμένος πλημμυρισμένος φορτωμένος ασφυκτικός ικανοποιημένος σκασμένος έντονος ζωηρός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υπερβολική κατανάλωση τροφών με κορεσμένα λιπαρά αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων.
  • Η αγορά των ακινήτων στην πρωτεύουσα είναι πλέον κορεσμένη και οι επενδυτές στρέφονται στην περιφέρεια.
  • Ένιωθε πνευματικά κορεσμένος από τις ατελείωτες ώρες μελέτης και χρειαζόταν επειγόντως ένα διάλειμμα.
  • Ο φωτογράφος επέλεξε έντονα κορεσμένα χρώματα για να αποδώσει τη ζωντάνια του τοπίου.