νοητικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τον νου, τη νόηση και τις διαδικασίες της σκέψης.
2. Που υπάρχει ή συντελείται αποκλειστικά στη σκέψη, μη υλικός ή αφηρημένος.
Συνώνυμα
διανοητικός πνευματικός εγκεφαλικός γνωστικός ιδεατός λογικός εννοιολογικός άυλος αφηρημένος θεωρητικός ψυχικός στοχαστικός φαντασιακός εσωτερικός
Αντώνυμα
σωματικός υλικός φυσικός χειρωνακτικός απτός χειροπιαστός οργανικός βιολογικός αισθητηριακός εμπειρικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η καθημερινή εξάσκηση και το διάβασμα συμβάλλουν στη διατήρηση των νοητικών λειτουργιών στην τρίτη ηλικία.
- Μετά από οκτώ ώρες συνεχούς μελέτης ένιωθε έντονη νοητική κόπωση.
- Έκανε έναν γρήγορο νοητικό υπολογισμό για να βρει το συνολικό κόστος των αγορών.
- Πριν ξεκινήσει την παρουσίαση, σχημάτισε έναν νοητικό χάρτη με τα κύρια σημεία της ομιλίας του.